Επικοινωνήστε μαζί μας: rodakas301@gmail.com

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Το παιδί μέσα του

Ο Andrew Stanton κέρδισε 2 Όσκαρ και κατέκτησε το box office γυρίζοντας animation της Pixar. Όταν όμως αποφάσισε να γυρίσει την αγαπημένη του ιστορία απ’όταν ήταν παιδί, το έκανε σε live action. Έτσι γεννήθηκε το “John Carter”.


“Κάποιες φορές πρέπει να προσέχεις τι εύχεσαι,” λέει με μια παράξενη μίξη εξουθένωσης και γαλήνης ζωγραφισμένη στη ματιά του, πίσω από τα διακριτικά του γυαλιά. “Είναι όπως όταν πας να δεις κάτι που σου άρεσε μικρός και διαπιστώνεις ότι ‘ωχ, αυτό το “Speed Racer” καρτούν δεν είναι όσο καλό το θυμόμουν’. Ξέρεις. Όμως στο “John Carter” βρήκα πως ό,τι είχα αγαπήσει υπήρχε ακόμα εκεί. Η φιλία με τον Αρειανό, ο πιστός εξωγήινος σκύλος, η αγάπη για αυτή την πριγκίπισσα που θα σε κάνει να ταξιδέψεις γαλαξίες για να παλέψεις γι’αυτήν. Ήταν πράγματα που ακόμα αντηχούσαν μέσα μου.”
Το πρόσωπό του και όλος του ο σωματότυπος δεν έχουν κάτι το αξιοσημείωτο, είναι μια από αυτές τις εντελώς κοινές φάτσες, όμως τη στιγμή αυτή που μιλάει με αγνό πάθος για μια παιδική του αγάπη που κατάφερε επιτέλους να κάνει ταινία, ο Andrew Stanton μετατρέπεται σε μια εικόνα αξέχαστη. Μου θυμίζει όλους μας όταν ήμασταν μικροί, που ενθουσιαζόμασταν με κάτι και του δίναμε όλο μας το είναι, δίχως να καταλαβαίνουμε πόσο μας έχει συνεπάρει (και πόσο μας έχει εξαντλήσει) μέχρι που σβήναμε στο κρεβάτι μουρμουρίζοντας “δε νυστάζω, δε νυστ--”


Ο παιδικός ήρωας

“Δεν περιμένω κανείς από εσάς να ξέρει οτιδήποτε για τον Τζον Κάρτερ”: Είναι η πρώτη φράση του Stanton σε όλους όσους έχουμε μαζευτεί για να δούμε τα πρώτα πλάνα από την επική περιπέτεια φαντασίας, πίσω τον περασμένο Νοέμβριο. Είναι λίγο περίεργο, σα να προεξοφλεί πράγματα, αλλά έχει δίκιο, κανείς δεν ξέρει τον Τζον Κάρτερ.
Είναι ο “άλλος” μεγάλος ήρωας που δημιούργησε ο Edgar Rice Burroughs, ο συγγραφέας του “Ταρζάν”. Αφηγείται τις περιπέτειες ενός στρατιώτη του Αμερικάνικου Εμφυλίου που ξαφνικά βρίσκεται μεταφερμένος στην επιφάνεια του Άρη, όπου αρχικά ανακαλύπτει πως διαθέτει υπερδυνάμεις (πολύ πριν τον Σούπερμαν γραμμένα όλα αυτά) και στη συνέχεια πως θέλοντας και μη, βρίσκεται στο κέντρο ενός άλλου εμφυλίου ανάμεσα στις διάφορες φυλές του πλανήτη.
Η μυθολογία είναι πυκνή, όμως όπως συμβαίνει με κάθε τι που αγάπησες μικρός, αυτό που σου μένει μετά από χρόνια είναι απλώς μια αόριστη αίσθηση, μια δική σου μετάφραση του έργου. Ο Stanton είχε γνωρίσει τον ήρωα μέσα από μια σειρά κόμικς διασκευών της Marvel στα μέσα των ‘70s, η οποία τον οδήγησε στα βιβλία. “Ήμουν 13 όταν άρχισα να διαβάζω τη σειρά των 11 βιβλίων, διάβαζα αργά. Σταδιακά διαμέσου των σχολικών μου χρόνων διάβασα το κάθε ένα από αυτά,” θυμάται πριν χαμογελάσει αθώα: “Οι κοπέλες μου τα αποκαλούσαν ‘τα ρομάντζα μου’ αλλά εμένα μου αρέσει να τα θυμάμαι ως τα δικά μου “Χάρι Πότερ”. Δεν έβλεπα την ώρα να δω τι συμβαίνει μετά στους χαρακτήρες.”
Και ύστερα συνέβη η ενηλικίωση.


Η νοσταλγία

Μας έχει πιάσει όλους αυτό το ευαίσθητο “νεκρό” χρονικό διάστημα λίγων ετών, λίγο πριν τα 18, λίγο μετά τις πανελλήνιες, όπου τίποτα παιδικό, αφελές, φανταστικό, δεν είναι αρκετά cool για εμάς που ενηλικιώμαστε. Είναι οι κοπέλες, η μαγκιά, ο εγωισμός, όλα σε ωθούν στο αναπτύσσεις ένα περίβλημα γύρω από αυτό που αληθινά είσαι.
Ο Stanton για να είμαστε δίκαιοι, δε μοιάζει να έχει ανειλικρινές οστό πάνω του, μιλάει με αγνό πάθος, με παιδικό ενθουσιασμό, με γεμάτα χαμόγελα, με ειλικρινή οργή (όταν η κουβέντα φτάσει σε Χολιγουντιανές μεθόδους που τον εξοργίζουν). Σε κάθε περίπτωση πάντως, σίγουρα θα πέρασε κι εκείνος ένα διάστημα όπου το να διαβάζεις βιβλία και κόμικς για τις περιπέτειες ενός πολεμιστή στον Άρη, του πιστού του σκύλου και της μονίμως αραιά ντυμένης, αγαπημένης του πριγκίπισσας, σίγουρα δε θα ήταν και ό,τι πιο cool συνέβαινε στο προαύλιο του σχολείου του, στην αραιοκατοικημένη πόλη Ρόκπορτ, βόρεια στης Βοστώνης όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε.
“Κάποια στιγμή απλά τα παράτησα. Και δεν τα κοίταξα ξανά.”
Όμως αυτό που αγαπάς ως παιδί σε καταδιώκει για πάντα, και για τον Stanton αυτό αρχικά ήταν μια τάση προς τους διαφορετικούς κόσμους, τα εφευρετικά σχέδια, τη φαντασία. Σπούδασε animation χαρακτήρων στην Καλιφόρνια και ύστερα από ένα πέρασμα από το στούντιο πίσω από το “Mighty Mouse” έγινε το 1990 ο μόλις 2ος animator της νεοσύστατης Pixar. (Πρώτος μετά τον ίδιο τον John Lasseter.)
Όταν πλησίαζε τα 30 δούλευε πια καιρό στην Pixar, είχε δει πώς φτιάχνονταν οι ταινίες, και έξαφνα του καρφώθηκε η απορία: Πώς θα έμοιαζε στη μεγάλη οθόνη εκείνος ο παιδικός του ήρωας; Όλες εκείνες οι φανταστικές περιπέτειες που χρειάζονταν ένα σωρό τόμους εκατοντάδων σελίδων για να δώσουν σάρκα και οστά στο πυκνοκατοικημένο τους σύμπαν; Όλα του ξαναγύρισαν τότε, χάρη στην ειλικρινή απορία. Πώς θα ήταν; “Απλά σαν φαν, ήθελα να το δω στη μεγάλη οθόνη,” λέει με απόλυτη φυσικότητα.
Εγώ ως πιτσιρικάς πάντα προσπαθούσα να μεταφέρω στη μεγάλη οθόνη του μυαλού μου τους X-Men και τα πιο obscure βιβλία του Ιουλίου Βερν και της Αγκάθα Κρίστι. Ο Stanton ήταν (ακόμα) πιο φιλόδοξος.


Τα Όσκαρ

“Ήταν πραγματική έμπνευση να περνώ το χρόνο μου με έναν χαρακτήρα που τόσο πεισματικά αγωνίζεται να βρει την ομορφιά σε όλα όσα βλέπει. Είναι μια ευγενής φιλοδοξία σε καιρούς σαν αυτούς.”
Το Φεβρουάριο του 2009 ο Stanton ξεκίνησε την ευχαριστήρια ομιλία του στα Όσκαρ (όπου το “WALL-E” του βραβεύτηκε ως Καλύτερο Animation) απονέμοντας τα εύσημα όχι σε συνεργάτες ή ηθοποιούς ή συγγενείς ή, τι άλλο ευχαριστούν συνήθως; τον Θεό ή δεν ξέρωγω τι άλλο. Ευχαρίστησε τον ίδιο τον χαρακτήρα της ταινίας. Δεν μπορείς παρά να σκεφτείς πως, σε κάποιο επίπεδο ευχαριστούσε τον ίδιο του τον εαυτό, εξάλλου δικής του ήταν η ιστορία αυτής της φανταστικής ταινίας που σήμερα θεωρείται κάτι σαν έμβλημα της Pixar-ικής ταυτότητας.
Σε μια σκηνή-κλειδί της ταινίας, ο WALL-E, το ξεχασμένο ρομπότ-καθαριστής σε μια Γη-σκουπιδότοπο, προσπαθεί να χορέψει ακολουθώντας τα βήματα από μια παλιά βιντεοκασέτα του “Hello, Dolly!” που έχει ξεμείνει στην ερημία που τον τριγυρίζει. Ο Stanton θυμόταν αυτές τις σκηνές από τότε που ήταν ακόμα πιτσιρικάς, στο Ρόκπορτ των 6,000 κατοίκων. Στο σχολείο, πίσω στις αρχές των ‘80s, ένας δάσκαλος του είχε δώσει το ρόλο του Μπάρναμπι, και η σκηνή ριζώθηκε τόσο βαθιά μέσα του που ταξίδεψε παρέα με τον WALL-E στα πέρατα του διαστήματος, σχεδόν 3 δεκαετίες αργότερα.
“Δίνω μεγάλη αξία στα πράγματα που μένουν μαζί σου για τόσο πολύ. Σημαίνει πως υπάρχει κάτι πολύ γόνιμο σε αυτό το έδαφος, βαθιά, πολύ βαθιά, για σένα.” Παλιότερα, ήταν το “Hello, Dolly!”. Τότε, στα γυρίσματα του “WALL-E”, ήταν εκείνος ο μυθικός Τζον Κάρτερ, ο γήινος που έκρινε έναν ολόκληρο εμφύλιο στον μυστηριώδη κόκκινο πλανήτη. Για πρώτη φορά, ήταν τότε που ο, 40ρης πια, σκηνοθέτης, το πήρε απόφαση. Ήθελε να δει αυτές τις περιπέτειες στη μεγάλη οθόνη. Όχι ως παιδικό όνειρο, αλλά ως ενήλικη πραγματικότητα.
“Οι σπόροι της δημιουργίας σπέρνονται στα πιο αλλόκοτα μέρη,” έλεγε συγκινημένος το 2009, κλείνοντας την ομιλία του, με το 2ο Όσκαρ του ανά χειράς. (Το πρώτο το είχε κερδίσει 5 χρόνια νωρίτερα, για το “Ψάχνοντας τον Νέμο”.) Αυτό το αρειανό έδαφος ήταν πια γόνιμο.


Οι συνταξιδιώτες

Με τον Mark Andrews o Stanton είχε συνεργαστεί σε μια σειρά από ταινίες της Pixar, εξάλλου το στούντιο είναι διάσημο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί: Όλοι συνεισφέρουν σε όλα, ξεψαχνζίοντας μια ταινία ξανά και ξανά μέχρι να είναι ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα. (“Αυτή είναι η ‘μαγεία’ της Pixar, εξηγεί σε ανύποπτη στιγμή ο Stanton. Δεν είναι πυρηνική φυσική. Γυρνάμε μια ταινία 3 και 4 φορές. Ξανά και ξανά.”)
Κάποια στιγμή λοιπόν καθώς δουλεύανε μαζί το “WALL-E” συνειδητοποίησαν πως μοιράζονταν την ίδια παιδική λατρεία για τον Τζον Κάρτερ. Αργότερα στην παρέα μπήκε και ο κοινός τους φίλος Michael Chabon, που τυχαίνει βραβευμένος με Πούλιτζερ συγγραφέας. (Για το αριστούργημα “The Amazing Adventures of Kavalier & Clay” το οποίο απλά, πώς να το πω, διάβασέ το.) Συμφώνησαν να ξεκινήσουν μαζί να γράφουν το σενάριο για μια υποθετική κινηματογραφική μεταφορά.
“Για να αποδείξουμε ότι όντως αγαπούσαμε τον ήρωα από μικροί, φέραμε και οι 3 σε ένα μίτινγκ ζωγραφιές που είχαμε κάνει μικροί.” Ο Stanton τις δείχνει. Η δική του είναι η χειρότερη, εντελώς stick figures κατάσταση, αλλά μαρτυρά έτσι και την ηλικία του φαν-καλλιτέχνη. Όλοι ήταν γύρω στα 10 όταν τα ζωγράφισαν, και τώρα στα 40 τους, όλοι γύρω από ένα τραπέζι, έτοιμοι να επανακαθορίσουν τον παιδικό τους ήρωα για μια ολόκληρη νέα γενιά.
“Δίνω μεγάλη αξία στα πράγματα που μένουν μαζί σου για τόσο πολύ.” Τα λόγια του Stanton  βρίσκουν μεγαλύτερη αξία και βαρύτητα μπροστά στη θέα μιας στίβας παλιών χαρτιών γεμάτα ερασιτεχνικές ζωγραφιές.
“Όταν το αποφάσισα, διάβασα ξανά το βιβλίο και μετά δεν το άγγιξα ξανά για ένα χρόνο. Ώστε να μπορώ να του φερθώ σα να ήταν μια πρωτότυπη ιστορία. Πώς θα έπρεπε να γραφτεί το ένα πράγμα και το άλλο, οργανικά να συνδέονται όλα.” Άρχισαν να γράφουν, κάνοντας και κάποιες αλλαγές (έφεραν έναν επιβλητικό κακό από επόμενα βιβλία της σειράς, γιατί “είσαι όσο καλός είναι ο villain σου,” τονίζει ο Stanton), αλλά όταν ολοκληρώθηκε η συγγραφή και έπιασε ξανά το βιβλίο, δυο χρόνια αργότερα, ο σκηνοθέτης διαπίστωσε πως το σενάριο έμοιαζε πολύ με όσα είχε βάλει εξαρχής ο Burroughs στο βιβλίο.


Ο χορός

Η επιτυχία του “WALL-E” ήταν πραγματικό εισιτήριο. “Όποιον ήθελα να συναντήσω τότε, δεχόταν να με συναντήσει. Μίλησα με τους ΠΑΝΤΕΣ. Μίλησα με ανθρώπους του Χόλιγουντ που δεν είχα ιδέα πως μπορεί να ήθελαν να μιλήσουν μαζί μου.” Όταν τελικά επέλεξε τον Taylor Kitsch (ο αγαπημένος μας Τιμ Ρίγκινς από το “Friday Night Lights”) ξεκίνησε οριστικά η διαδικασία, που είδε τον Stanton να δοκιμάζεται για πρώτη φορά σε live action ταινία. Η εμπειρία αυτή τον βοήθησε πολύ ιδίως στο να καταφέρει να αποσπάσει καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς που υποδύονταν εξωγήινους ως CGI, όπως τον Willem Defoe για παράδειγμα.
Και γύρισε την ταινία σε φιλμ. Ρωτάμε γιατί.
“Επειδή φοβόμουν πως δε θα υπάρχει για πολύ ακόμα. Λατρεύω το φιλμ, και θα μισούσα τον εαυτό μου αν έβρισκα επιτέλους την ευκαιρία να γυρίσω κάτι με μια αληθινή κάμερα και δε μάθαινα ποτέ πώς ήταν για όλους αυτούς τους κινηματογραφικούς μου ήρωες να γυρίζουν μια ταινία σε φιλμ.”
“Και είναι και αυτή η υφή,” συνεχίζει με ύφος μερακλή φαγά που μόλις μύρισε την αγαπημένη του σάλτσα, συνεπαρμένος από τις ποιος ξέρει πόσες κινηματογραφικές εικόνες του παρελθόντος περνάνε αυτή τη στιγμή μπροστά από τα μάτια του νου του. “Όλοι οι αγαπημένοι μου διευθυντές φωτογραφίας γυρίζουν σε ψηφιακό, και είμαι σίγουρος πως κι εγώ θα το κάνω μετά χαράς αν μου δοθεί η ευκαιρία να γυρίσω ξανά τέτοια ταινία. Αλλά ήθελα απλώς να ξέρω πώς είναι. Ήθελα να ξέρω την αίσθηση του φιλμ. Νοσταλγία. Δεν το μετανιώνω.”
Με έναν περίεργο τρόπο, ο Andrew Stanton καταφέρνει να ενώσει τα εντυπωσιακά τρισδιάστατα CGI μιας περιπέτειας στον Άρη με την υφή του παλιομοδίτικου φιλμ και των τσαλακωμένων και κιτρινισμένων pulp novels που διάβαζε και αγάπησε μικρός. Δε θα περιμέναμε τίποτα λιγότερο (ή λιγότερο ειλικρινές) από τον άνθρωπο που κάποτε έστειλε δύο ρομπότ να χορεύουν βαλς στο μαύρο του διαστήματος, λίγες στιγμές αφότου είχαν πιαστεί πρώτη φορά χέρι με χέρι, παρακολουθώντας μια σκηνή από μια παραπεταμένη, καταπονημένη βιντεοκασέτα. Κάποιες αγάπες θα σε ακολουθούν και στην πιο αφιλόξενη άκρη του γαλαξία.










 πηγή: http://www.oneman.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου